Δρόμοι του πουθενά
Κώστας Τζαναβάρας
Λίγα λόγια για εμένα
Oberon, chief των ξωτικών
(διαβάστε περισσότερα)
Θέσεις


Τέλος ή αρχή ;
766 αναγνώστες

Η ΝΕΡΑΪΔΑ & Ο ΔΡΑΚΟΣ

 

Θέλω να σου πω ένα μυστικό. . .

για μια νεράιδα που αγαπούσε ένα δράκο τρομερό.

Μα άκου καλά με σύνεση γιατί αυτό δεν είναι, ακόμη ένα παραμύθι παιδικό.

 

Γνωρίστηκαν στις φυλλωσιές μες την πνοή του αγέρα

μιας άνοιξης που έφευγε μα ευωδίαζε όλη μέρα,

την ώρα που η νεράιδά μας τίναζε τα κλωνάρια,

τα φύλλα τους να γίνουνε αστρόσκονης λιβάδια.

Κόκκος αστρόσκονης λαμπρός βρέθηκε στη πορεία

ενός δράκου που βόλταρε κάτω από μια ακακία,

κι εκείνος στάθηκε με μιας ωσάν υπνωτισμένος

και μ’ ένα ρίγος στην ψυχή κοίταξε απορημένος.

 

“Τι να ‘ναι τούτο; Ξωτικό;”, σκέφτηκε σαστισμένος,

“Θες να ‘ναι ακόμη ένας εχθρός που μ’ ήβρε, καλυμμένος;”

Δεν πρόλαβε να το σκεφτεί και φως απ’ την καρδιά του

του τάραξε τα σωθικά, μπερδεύτηκε η λαλιά του.

Γλυκιά ορμή εχύθηκε άμεσα στην ψυχή του,

μαγεύτηκε, κουρσεύτηκε μέσα στη σύγχυση του.

Ήταν γι’ αυτόν πρώτη φορά που ο μικρός του θρόνος

τραντάχτηκε, εσείστηκε αφόρητα σαν πόνος.

 

 

Ξάφνου, εφάνη η μικρή νεράιδα απ’ το θολίσκο,

στάθηκε μπρος του αγέρωχη κρατώντας έναν μίσχο.

Από λουλούδι ήτανε η θωριά της καμωμένη,

μ’ αυτό δεν την εμπόδιζε να στέκει ανδρειωμένη.

Στα μάτια της εθώρησε αύρα γλυκιά σαν μέλι,

άρωμα τριανταφυλλιάς σε σώμα σμιλευμένη.

Για μια στιγμή ακούμπησαν τα χέρια τους τυχαία,

κατάλαβαν πως ήτανε συνάντηση μοιραία.

Τα λόγια που ξετύλιξαν οι δυο τους, τους ξαφνιάσαν,

ήταν σαν όλα τα παλιά με μιας να αραχνιάσαν

και κάθε τι που λέγανε σαν να συνομωτούσε,

μια ιστορία έπλεκε που μόλις αρχινούσε.

 

Ο χρόνος πάγωσε κι αυτός, ανίκανος στη δίνη

του ονείρου που βυθίστηκαν, στου πέπλου τη γαλήνη.

Δεν ήτανε λαβύρινθος, μα κάτι μαγικό

που πρέπει να τ’ αρπάξεις μέσα στο λεπτό.

 

Τότε, χωρίς ν’ αλλάξουνε άλλη καμιά κουβέντα,

ταξίδι άρχισαν μακρύ στου κόσμου την παλέτα.

Σε τόπους πήγαν μακρινούς, στα μυστικά του δάσους,

σ’ ερήμους, θάλασσες, βουνά, αιχμάλωτοι του πάθους.

Σαν πεταλούδες λάμπανε, βούιζαν σαν μελίσσι,

αχόρταγα αγκάλιαζαν την πιο παρθένα φύση.

 

 

Οι μέρες τους κυλούσανε, οι μήνες και ο χρόνος,

μα κάπου παραμόνευε η ζήλια και ο φθόνος.

Ενώ όλα φαινόντουσαν πως ήταν μια χαρά,

του δράκου αναμόχλευε η τρομερή ουρά.

Κάποτε αυτή αφέντευε του δράκου τη ζωή,

εξουσία είχε, δύναμη, μια φήμη ζοφερή.

Κι ενώ αυτός πορεύονταν τώρα σε νέα ρότα,

εκείνη έχανε δύναμη, δεν ήταν όπως πρώτα.

Τον έβλεπε σε βήματα καινούργια να κινείται,

μ’ άπιστος ουραγός αυτή, ήθελε να ηγείται.

 

Συχνά παραπονιότανε πως την παραμελούσε,

μα εκείνος αποκρίνονταν πως δεν την αδικούσε,

στο νου του είχε το καλό, ήθελε να γιορτάζουν,

μαζί με άκοπη καρδιά αγάπη να μοιράζουν.

Η ουρά όμως δεν έπαιρνε από λόγια και κουβέντες,

σχέδιο είχε φθονερό μαζί μ’ άλλους αφέντες.

Στην οικουμένη ήτανε γνωστά τα πρόσωπά τους,

Εγωισμός, Ζήλια, Κακό, Οργή, τα ονόματά τους.

Στα πέρατα γυρίζανε του κόσμου χέρι χέρι

στα σωθικά όλων να μπουν είχανε καταφέρει.

Όμως ήταν καιρός που πια η αίγλη τους χανόταν

αφού ο αφέντης δράκος τους τώρα τους απαρνιόταν.

Η δόξα τους κατέρρεε μέρα με την ημέρα,

άσκοπα τριγυρίζανε μες τις πτυχές του αγέρα.

 

Με ό, τι μυαλό τους έμεινε, λύση έψαχναν να βρούνε,

συνάντηση ορίσανε μ’ ελπίδα να σωθούνε.

Η ουρά πρώτη αγόρευσε μιας κι είχε πονηρία,

πιο δυνατή απ’ όλους τους σ’ αυτή τη συμμορία.

Σχέδιο καταστρώσανε, όρκο πήραν μεγάλο,

του δράκου παιδιαρίσματα δεν θ’ ανέχονταν άλλο.

 

Κι έτσι, μια μέρα η ουρά τον δράκο κολακεύει,

με γλύκα και υποταγή αργά τον κανακεύει,

τον παίρνει βόλτα μακρινή στη σιγαλιά του δάσους,

μα κοντοστέκει μια στιγμή μπροστά από δυο βράχους.

Μπαίνουν σε σκοτεινή σπηλιά και παλιοκαιρισμένη,

σε ιστούς χλομών ιστοριών την βρίσκουνε θαμμένη.

Ένα λημέρι ήταν κι αυτό σαν όλα τα παλιά τους,

που ξένοι σαν το πέρναγαν κόβονταν η μιλιά τους.

Ο δράκος δεν ξαφνιάστηκε, ήξερε της ουράς του

τις μύριες τόσες πονηριές, αγκάθια της χαράς του.

Όμως δεν τηνε κάκισε γιατί κρυφά ποθούσε

τα μάτια της ν’ ανοίξουνε ακόμη κι αν αργούσε.

 

Η ουρά παραπονιότανε μα ανυπομονούσε,

σαν κάτι να ‘χε στο μυαλό κι όλο λοξά κοιτούσε.

Και ξάφνου μπήκαν με ορμή οι δράστες στο λημέρι,

η Ζήλια, ο Εγωισμός και όλο το ασκέρι.

Τον δέσανε, τον χτύπησαν, τον άφησαν στην άκρη,

μ’  αγένεια του μίλησαν, μα ούτε ένα δάκρυ

δεν φάνηκε να κύλησε στα μάτια του καθόλου,

ακόμη ήταν ατρόμητος και δεν σκιάζονταν διόλου.

Οι θύμησες περάσανε με ρίγος την καρδιά του

σαν έσπερνε τη συμφορά παντού ολόγυρά του.

 

Άρχων μεγάλος ήτανε που μοίρες οδηγούσε,

στο άκουσμά του έτρεμαν, δεινά πολλά γεννούσε,

και η ουρά που έστεκε πάντα σαν σύντροφός του,

τώρα τον πρόδιδε βαθιά, πρώτη φορά στο βιός του.

Έπρεπε τρόπος να βρεθεί να της γλυκομιλήσει,

τη νέα χαρά του έρωτα να μην του τη στερήσει.

 

Το βράδυ οι άλλοι έφυγαν με σιγουριά μεγάλη

πως η ουρά θα άλλαζε του δράκου το κεφάλι.

Να του μιλάει άρχισε χωρίς να χάσει χρόνο

μα οι λέξεις της φανέρωναν έναν κρυμμένο πόνο:

 

“Παραστεκόμουν δίπλα σου πάντα στα σχέδια σου,

πάντα πιστή σου ήμουνα, κορώνα στη θωριά σου,

τώρα στη νέα σου ζωή μου δείχνεις δε χωράω,

γλυκάθηκες κι αμέλησες πως είναι σαν πονάω.

Καινούργια ρότα χάραξες κι όλοι αγωνιούμε,

σε λίγο μες τα βάραθρα θα κάνεις να χαθούμε,

άλλη τροφή δεν θα βρεθεί εκτός απ’ τη δικιά σου

που τόσα χρόνια έδινες με την απλοχεριά σου.

Ενάντια σου στρέφομαι μα και σε ικετεύω,

γύρω σου ρίξε μια ματιά να δεις σε τι πιστεύω,

να ξέρεις δεν μ’ ευχαριστεί αιχμάλωτος να γίνεις,

μονάχα θέλησα να δεις τους φίλους που προδίδεις.”

 

Ολονυχτίς του μίλαγε, ώσπου το φως της μέρας

εφάνη κι έτσι έφερε τον λόγο της σε πέρας.

Μία μικρή δειλή ηλιαχτίς μπήκε για να χαϊδέψει

του δράκου τη σκληρή μορφή που ‘χε χαθεί σε σκέψη,

μες της ψυχής του χύθηκε τις γαλανές εκτάσεις,

στα χείλη του ανέβηκε και χάραξε προτάσεις:

 

“Κουράστηκα να τριγυρνώ σύμφωνα με το μύθο,

τον τρόμο γύρω να σκορπώ κι απ’ το κακό να βρίθω,

τους δρόμους πριν να τους διαβώ πρέπει να τους αφήνω,

μόνο από αυλάκια συμφοράς να τρώγω και να πίνω.

Τώρα γνωρίζω τη ζωή και τις κρυφές χαρές της,

αγνή αγάπη με οδηγεί στις μύριες αρετές της.

Ξέρω πως θα ‘ρθει μια στιγμή που τίμημα θα δώσω

για το κακό που έσπειρα, μάταιο να γλυτώσω,

μα όσες μέρες μου δοθούν ώσπου να φτάσει η ώρα,

με το κεφάλι μου ψηλά θα τις γευτώ σαν δώρα.

Δόξα δεν έχω τώρα πια για να σε συντηρήσω,

μονάχα δίψα για ζωή μπορώ να σου χαρίσω,

σκέψου αυτά, κι ας είναι απλά, που λέει η καρδιά μου

κι αναγεννήσου δίπλα μου στα νέα όνειρά μου.”

 

Η ουρά το βλέμμα σήκωσε κι ένιωσε την αλήθεια

που από τα λόγια του έβγαινε ερχόμενη απ’ τα στήθεια.

Έμεινε λίγο ασάλευτη γιατί την συνεπήραν

και σαν τα μάτια έκλεισε είδε μπροστά τη μοίρα:

χωρίς αυτόν θα ήτανε βάρκα χωρίς πανάκι,

στις θάλασσες θ’ αρμένιζε λιωμένη απ’ το σαράκι,

πάντα μαζί πηγαίνανε σ’ όλα τα μονοπάτια,

δυνάμεις δυο σ’ ένα κορμί, χωρίς ποτέ γινάτια,

και να που ήρθε η στιγμή που η μια άλλαξε δρόμο

αγέρωχη μα σίγουρη να ζει με νέο νόμο.

Αυτά λοιπόν σαν ζύγιασε, έβαλε τα δικά της

λόγια που ούτε η ίδια πίστευε πως θα ‘λεγε η μιλιά της:

 

“Βλέπω, παλιέ μου σύμμαχε, ο χρόνος σ’ έχει αλλάξει,

διαβαίνεις τώρα το καλό που η αγάπη έχει προστάξει,

φτερό αγγέλου σ’ άγγιξε κι έδιωξε απ’ την ψυχή σου

τους δαίμονες που όριζαν κάποτε τη ζωή σου.

Μικρή είμαι εγώ κι ανίερη για να σου υποδείξω

της ευτυχίας το κλειδί που βρήκες να σου θίξω.

Εμείς είμαστε τίποτα μπροστά στα νέα σου θάρρη

που ανδρεία έχουν πιο πολύ και του αετού τη χάρη,

κοντά σου εντέλει θα σταθώ όπου και αν βαδίσεις,

σε δάση, θάλασσες, βουνά και όπου περπατήσεις.”

 

Μαζί ξεμύτισαν λοιπόν απ’ το παλιό λημέρι,

μαύρων καιρών μ’ αλλοτινών πιασμένοι χέρι – χέρι.

Γυρίσανε στις φυλλωσιές εκεί που ξαπλωμένη

καθόταν η νεράιδά του στο πρώτο φως λουσμένη.

Είχε μια ευφυή καρδιά και όλα τα ‘χε νιώσει,

του γέλασε νωχελικά γλύκα για να του δώσει.

Είδε γι’ ακόμη μια φορά ψυχή παγιδευμένη

που αγώνα δίνει για να βρει μια αξία που να μένει,

ήξερε όμως όλα αυτά τα μυστικά του δάσους

που ευτυχία φέρνουνε κι επίγνωση του λάθους.

Ήταν καιρό μονάχη της κι η μοίρα της να δίνει

όμως ποτέ δεν ένιωσε του έρωτα τη δίνη.

Τώρα στ’ αλήθεια ένιωθε αγγελοκαμωμένη,

γνήσια νεράιδα ήτανε μ’ αγάπη στολισμένη.

Στα μάτια όπως κοιτάζονταν, με μιας γιόμισε η πλάση

μεθυστικά αρώματα ώσπου ν’ αγαλλιάσει.

 

 

Όλα αυτά συνέβησαν στις ερημιές του δάσους,

σαν δύο πλάσματα της γης άπλωσαν τα φτερά τους……………..

 

 

 

 

Τέλος

 


Σχετικά με το blog
Σκέψεις, αναλύσεις, προτάσεις και - κυρίως - δράση με εποικοδομητική διάθεση
Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις